Τ/κ v. Τουρκιας

Djavit An v. Τουρκίας

Αίτηση 20652/1992,

Απόφαση 20/2/2003

Adali v. Τουρκίας

Αίτηση 38187/1997

Απόφαση 31/3/2005

Εισαγωγή

Από το 1974 και εντεύθεν, περίπου 37% της Κύπρου κατέχεται από την Τουρκία, η οποία και ελέγχει πλήρως το τμήμα αυτό του νησιού. Ο έλεγχος αυτός διατηρείται με τον εκτοπισμό σχεδόν ολόκληρου του γηγενούς ελληνοκυπριακού πληθυσμού των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου2, με  την παρουσία δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών στην κατεχόμενη Κύπρο3, με τη μεταφορά και εγκατάσταση Τούρκων εποίκων από την τουρκική ενδοχώρα4 και με την εγκαθίδρυση μίας υποτελούς τοπικής πολιτικής διοίκησης στις κατεχόμενες περιοχές, δηλαδή της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείας Κύπρου».

1. Ευθύνη της Τουρκίας για παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην κατεχόμενη Κύπρο

Σύμφωνα με το αρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: «Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναγνωρίζουν εις όλα τα εξαρτώμενα εκ της δικαιοδοσίας τους πρόσωπα, τα καθοριζόμενα εις το πρώτον μέρος της παρούσης Συμβάσεως, δικαιώματα και ελευθερίες». Όταν η Τουρκία δέχθηκε τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να επιλαμβάνεται προσφυγών εναντίον της, στις 22/1/1990,  προέβηκε στην ακόλουθη Διακήρυξη:

«Εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας και ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 465 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, διακηρύσσω τα ακόλουθα:

Η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας, ενεργώντας σύμφωνα με το άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών αναγνωρίζει ως υποχρεωτική αυτοδικαίως ( ipso facto) και χωρίς ειδική συμφωνία, τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης τα οποία σχετίζονται με την άσκηση δικαιοδοσίας εντός του πλαισίου τού άρθρου 1 της Σύμβασης, τα οποία αναφύονται εντός των συνόρων των εθνικών συνόρων της Δημοκρατίας της Τουρκίας και νοουμένου περαιτέρω ότι τέτοια ζητήματα έχουν προηγουμένως εξεταστεί από την Επιτροπή εντός των εξουσιών που έχουν μεταφερθεί σε αυτό από την Τουρκία.

Η Διακήρυξη γίνεται υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, συμπεριλαμβάνοντας αμοιβαιότητα υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν με βάση τη Σύμβαση. Ισχύει για μία περίοδο 3 ετών, από την ημερομηνία της κατάθεσής της και εκτείνεται σε θέματα τα οποία εγείρονται σε σχέση με γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων οι οποίες βασίζονται σε τέτοια γεγονότα τα οποία έχουν επισυμβεί μετά από την ημερομηνία της κατάθεσης της παρούσας Διακήρυξης.»6

Ανάμεσα σε άλλους λόγους που οδήγησαν στη Διακήρυξη αυτή, ήταν εμφανές ότι η Τουρκία επιθυμούσε να αποφύγει την ευθύνη η οποία θα της αποδιδόταν για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο, καθώς ήδη είχαν εκδοθεί εναντίον της Τουρκίας τρεις αποφάσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις οποίες διαπιστωνόταν η ευθύνη της για μαζικές και συστηματικές παραβιάσεις μίας πληθώρας προστατευόμενων από τη Σύμβαση δικαιωμάτων7.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης Λοϊζίδου εναντίον Τουρκίας, η Τουρκία ήγειρε δύο προδικαστικές ενστάσεις σχετιζόμενες με το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Κατ’ αρχήν, η Τουρκία υπέβαλε ότι στερείτο δικαιοδοσίας και ότι υπόλογη για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο συγκεκριμένο τμήμα της Κύπρου, ήταν η «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι στις Διακηρύξεις της υπό τα άρθρα 258 και 46 της Σύμβασης δεν αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία της Επιτροπής ή του Δικαστηρίου να εξετάζουν ενδεχόμενες παραβιάσεις που τυχόν έλαβαν χώρα εκτός των συνόρων της.

Το Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις αυτές. Σε σχέση με την πρώτη ένσταση, ανέφερε, inter alia, τα ακόλουθα:

« Λαμβάνοντας υπ’ όψη το αντικείμενο και το σκοπό της Σύμβασης, η ευθύνη ενός Συμβαλλόμενου Μέρους μπορεί επίσης να προκύψει, όταν ως συνέπεια στρατιωτικής ενέργειας – είτε νόμιμης, είτε παράνομης – ( το Μέρος) έχει αποτελεσματικό έλεγχο μίας περιοχής εκτός των κρατικών συνόρων του. Αυτή η υποχρέωση να εξασφαλίσει, εντός μίας τέτοιας περιοχής, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται από τη Σύμβαση, εκπηγάζει από την ίδια την ύπαρξη ενός τέτοιου ελέγχου είτε αυτός ασκείται άμεσα, είτε μέσω των ένοπλών του δυνάμεων, είτε μέσω μίας υποτελούς τοπικής διοίκησης.»9

Επίσης το Δικαστήριο έκρινε, ότι οι διατάξεις που περιείχαν εδαφικούς περιορισμούς στις τουρκικές Διακηρύξεις ήταν άκυρες, χωρίς όμως η ακυρότητά τους αυτή να επηρεάζει την εγκυρότητα της αποδοχής της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την Τουρκία.10 Οπότε, παρά τις προσπάθειές της, η Τουρκία δεν κατάφερε να αποφύγει να αντιμετωπίσει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τις ευθύνες που υπέχει για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην κατεχόμενη Κύπρο. Στην υπόθεση Λοϊζίδου, η Τουρκία κρίθηκε ότι παραβίασε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, που αφορά στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Εναντίον της Τουρκίας καταχωρήθηκαν και πολλές άλλες προσφυγές από Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες περιουσιών ή μόνιμους κατοίκους των κατεχομένων, συγγενείς αγνοουμένων και συγγενείς δολοφονηθέντων11. Εξαιρετικής σημασίας είναι επίσης η απόφαση στην 4η (και 1η ενώπιον του Δικαστηρίου) Διακρατική Προσφυγή Κύπρος εναντίον Τουρκίας, όπου το Δικαστήριο αποφάσισε αναφορικά ότι υπήρχαν μαζικές, συστηματικές και συνεχιζόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία.

2. Παραβιάσεις Προστατευόμενων από τη Σύμβαση Δικαιωμάτων Τουρκοκυπρίων από την Τουρκία

2.1. Εισαγωγικά

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν προσφυγές που καταχωρήθηκαν από Τ/Κ ,που διαμένουν στις κατεχόμενες περιοχές, εναντίον της Τουρκίας, εφόσον μέσω των προσφυγών αυτών διαψεύδονται οι διαδεδομένες μετά το 1974 προπαγανδιστικές θέσεις του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών ότι ο έλεγχος της κατεχόμενης Κύπρου ασκείται από τους Τουρκοκύπριους και ότι τα τουρκικά στρατεύματα που βρίσκονται στην κατεχόμενη Κύπρο, βρίσκονται εκεί απλώς επικουρικά για την προστασία των Τουρκοκυπρίων.

2.2. Εξέταση Παραπόνων για Παραβιάσεις Συμβατικών Δικαιωμάτων Τουρκοκυπρίων, στα Πλαίσια της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής Κύπρος εναντίον Τουρκίας

Ενδεχόμενες παραβιάσεις δικαιωμάτων Τουρκοκυπρίων από την Τουρκία, τέθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Διακρατικής Προσφυγής Κύπρος εναντίον Τουρκίας12. Η Αιτήτρια κυβέρνηση, ισχυρίστηκε ότι οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της κατεχόμενης Κύπρου οι οποίοι ήταν αντίπαλοι του καθεστώτος, καθώς και μέλη της κοινότητας των Αθίγγανων, η οποία βρίσκεται στα κατεχόμενα, ήταν θύματα σημαντικών παραβιάσεων των Συμβατικών δικαιωμάτων τους. Οι παραβιάσεις αυτές, όπως ισχυρίστηκε η κυπριακή κυβέρνηση συνέβαιναν ως μέρος διοικητικής πρακτικής και δεν υπήρχαν αποτελεσματικές θεραπείες για να εξασφαλιστεί αποκατάσταση σε σχέση με τις παραβιάσεις.

Συγκεκριμένα η κυπριακή κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι Τουρκοκύπριοι ήταν θύματα παραβιάσεων των άρθρων 3 (απαγόρευση των βασανιστηρίων), 5 (δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια), 6 (δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης), 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), 10 (ελευθερία έκφρασης), 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι), 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής), 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) και των άρθρων 1 (προστασία της Ιδιοκτησίας) και 2 (δικαίωμα στην εκπαίδευση) του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης.

Σε σχέση με τη συμπεριφορά της Τουρκίας προς τους αντίθετους με το καθεστώς των κατεχομένων Τουρκοκύπριους, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι μπορεί να υπήρχαν περιπτώσεις παρενοχλήσεων, όμως δεν αποδέχθηκε ότι αυτές ήταν μέρος μίας διοικητικής πρακτικής των κατοχικών αρχών. Επιπλέον, το Δικαστήριο επεσήμανε το γεγονός ότι δεν προσέφυγαν τα εν λόγω άτομα σε εσωτερικές έννομες θεραπείες των κατεχομένων13 και ανέφερε ότι δεν τεκμηριωνόταν παραβίαση των άρθρων 3, 5, 8, 10 και 11 της Σύμβασης σε σχέση με αντικαθεστωτικούς Τ/Κ.

Αναφορικά με την τουρκοκυπριακή κοινότητα αθίγγανων, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μέλη της είχαν υποστεί κακουχίες από τις κατοχικές αρχές, όπως η κατεδάφιση ενός συνοικισμού τους κοντά στη Μόρφου ή η ταπεινωτική μεταχείριση που υφίσταντο παιδιά αθιγγάνων στα σχολεία τους, αλλά επανέλαβε ότι και σε αυτή την περίπτωση, έπρεπε να υπάρξει εξάντληση των θεραπειών που προσφέρονταν στα κατεχόμενα. Έκρινε τελικά ότι δεν υπήρχε παραβίαση των άρθρων της Σύμβασης των οποίων η Κυπριακή Δημοκρατία ισχυρίστηκε παραβίαση.

Αναφορικά με ισχυριζόμενη παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης, λόγω της παρεμπόδισης της κυκλοφορίας ελληνοκυπριακών εφημερίδων στα κατεχόμενα, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είχε θεμελιωθεί από κυπριακής πλευράς. Αποφάσισε επίσης ότι δεν είχαν θεμελιωθεί ισχυρισμοί για παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης σε σχέση με παρεμπόδιση Τουρκοκυπρίων που βρίσκονταν στα κατεχόμενα, να συναντώνται στις ελεύθερες περιοχές και να δημιουργούν  κοινούς συνδέσμους και οργανώσεις με Ελληνοκύπριους. Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε, λόγω μη ικανοποιητικής προς τούτο προσαχθείσας ενώπιόν του μαρτυρίας,  τους ισχυρισμούς της κυπριακής κυβέρνησης ότι επειδή οι Τουρκοκύπριοι εμποδίζονταν από την Τουρκία να επιστρέψουν στις περιουσίες τους και επειδή υπήρχαν επιθέσεις από τρίτα μέρη εναντίον περιουσιών Τουρκοκυπρίων, θεμελιωνόταν παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης.

Στο ζήτημα της ισχυριζόμενης από την Κυπριακή Δημοκρατία παραβίασης του άρθρου 13, το Δικαστήριο ακολουθώντας ήδη διαμορφωθέντα συμπεράσματά του ιδίου αλλά και της τότε Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι υπήρχαν θεραπείες στα κατεχόμενα για σκοπούς της Σύμβασης, απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς. Το Δικαστήριο όμως υιοθέτησε τον ισχυρισμό της Προσφεύγουσας κυβέρνησης ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης, λόγω της νομοθετικής πρακτικής να εκδικάζονται πολίτες από στρατιωτικά δικαστήρια στις κατεχόμενες περιοχές.14

2.3. Η Υπόθεση Djavit An εναντίον Τουρκίας

Η πρώτη Προσφυγή που καταχωρήθηκε από Τουρκοκύπριο Αιτητή εναντίον της Τουρκίας στο ΕΔΑΔ, ήταν η Djavit An εναντίον Τουρκίας.15 Στην προσφυγή αυτή, ο Αιτητής ήταν ένας παιδίατρος ο οποίος διέμενε στη βόρεια κατεχόμενη Λευκωσία. Ο Djavit An ήταν δεδηλωμένος αντίπαλος της τουρκικής κατοχής, κατονομάζοντας μάλιστα ρητά την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη βόρεια Κύπρο ως «κατοχή». Ο Αιτητής, ήταν ο «Τουρκοκύπριος Συντονιστής» της Κίνησης για μία Ανεξάρτητη και Ομόσπονδη Κύπρο , η οποία ήταν ένας μη εγγεγραμμένος σύνδεσμος, αποτελούμενος από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους και ο οποίος αποτελείτο από μία τουρκοκυπριακή συντονιστική επιτροπή στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου και μία ελληνοκυπριακή συντονιστική επιτροπή στις ελεύθερες περιοχές. Σκοπός της Κίνησης αυτής, ήταν η ανάπτυξη και σύσφιξη σχέσεων μεταξύ ατόμων των δύο κοινοτήτων και προς αυτό το σκοπό διοργάνωνε δικοινοτικές συναντήσεις πολιτικού, πολιτιστικού, ιατρικού και κοινωνικού χαρακτήρα.

Ο Αιτητής υπέβαλε τον ισχυρισμό ότι η συστηματική άρνηση του κατοχικού καθεστώτος να του παρέχει άδεια μετάβασης στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας για τους σκοπούς αυτών των συναντήσεων, παραβίαζε τα δικαιώματά του υπό τα άρθρα 10, 11 και 13 της Σύμβασης. Αξιοσημείωτο επίσης, είναι ότι στην υπόθεση παρενέβηκε και ως τρίτο ενδιαφερόμενο μέρος η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Τουρκία ήγειρε την πάγια προδικαστική ένστασή της ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης. Η προδικαστική ένσταση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο παρέπεμψε στις αποφάσεις Λοϊζίδου και Κύπρος εναντίον Τουρκίας. Ηγέρθη επίσης προδικαστική ένσταση σχετικά με μη εξάντληση εγχώριων θεραπειών από τον Αιτητή. Σε σχέση με αυτό το σημείο, το Δικαστήριο ακολούθησε τη συλλογιστική της απόφασης Κύπρος εναντίον Τουρκίας ότι δικαστήρια στις κατεχόμενες περιοχές θα μπορούσαν να θεωρηθούν έγκυρα για σκοπούς της Σύμβασης, αλλά θεώρησε ότι κυρίως επειδή δεν υπήρχε τέτοιος δικαστικός έλεγχος αναφορικά με αποφάσεις χορήγησης άδειας διέλευσης στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου, δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει η σχετική ένσταση της Τουρκίας.

Το Δικαστήριο εξέτασε τα παράπονα του Αιτητή κυρίως κάτω από το φως του άρθρου 11 της Σύμβασης. Αρχικά διαπίστωσε ότι η άρνηση χορήγησης αδειών διέλευσης στον Αιτητή, για συμμετοχή σε δικοινοτικές συναντήσεις στις ελεύθερες περιοχές είχε τη διαδοχική συνέπεια να τον εμποδίζει από το να εμπλέκεται σε ειρηνικές συγκεντρώσεις με άτομα και από τις 2 κοινότητες και ότι μια τέτοια παρεμπόδιση θα μπορούσε να ισοδυναμεί με παραβίαση της Σύμβασης, ως να ήταν νομικής φύσης εμπόδιο. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο μία τέτοια επέμβαση μπορούσε να είναι αιτιολογημένη, ως «προβλεπόμενη από το νόμο», κάτι το οποίο δεν συνέβαινε, καθότι δεν υπήρχε νόμος που να ρυθμίζει το θέμα της διέλευσης Τ/Κ για συμμετοχή σε δικοινοτικές συναντήσεις.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης, λόγω μη ύπαρξης διαθέσιμων εγχώριων θεραπειών. Το Δικαστήριο επιδίκασε στον Αιτητή το ποσό των 15,000 ως αποζημιώσεις και το ποσό των 4,715 ευρώ για δικηγορικά έξοδα.

2.4. Η υπόθεση Adali εναντίον Τουρκίας

Η προσφυγή Adali εναντίον Τουρκίας16 καταχωρήθηκε από την İlkay Adalı, χήρα του φονευθέντος Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου Kutlu Adali. Η Αιτήτρια, ισχυρίστηκε ότι ο άνδρας της είχε σκοτωθεί από τις κατοχικές αρχές και ότι αυτές είχαν αποτύχει να διεξάγουν μία επαρκή έρευνα γύρω από το θάνατό του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, μετά από το θάνατο του συζύγου της, η ίδια είχε υποβληθεί σε συνεχιζόμενες πρακτικές παρανοχλήσεων, προκλήσεων και διακρίσεων από τις αρχές του ψευδοκράτους. Η Αιτήτρια επικαλέστηκε παραβίαση σωρείας άρθρων της Σύμβασης και συγκεκριμένα των 2, 3, 6, 8, 10, 11, 13, 14 και 34.

Η Τουρκία προέβαλε προδικαστική ένσταση, σε σχέση με πιθανή παραβίαση του άρθρου 2 της Σύμβασης (δικαίωμα ζωής), ότι η προσφυγή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, καθότι ο άντρας της Αιτήτριας είχε χάσει τη ζωή του στις 6 Ιουλίου 1996, ενώ η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1997, δηλαδή πολύ μετά το καθορισθέν όριο των 6 μηνών17. Το Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η προθεσμία των 6 μηνών, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις,  όταν δεν υπάρχει αποτελεσματική εγχώρια θεραπεία, ξεκινά από τη στιγμή που ο Αιτητής λαμβάνει γνώση και/ή συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει στη διάθεσή του μία τέτοια θεραπεία. Οπότε, νοουμένου ότι η Αιτήτρια είχε απευθυνθεί άμεσα στις κατοχικές αρχές, ζητώντας διερεύνηση του θανάτου του συζύγου της, θεωρήθηκε ότι η χρονική απόσταση του θανάτου του συζύγου της από την καταχώρηση της προσφυγής ήταν εύλογη, αφού αυτή απευθύνθηκε στο ΕΔΑΔ, όταν εύλογα συμπέρανε ότι δε θα διεξαγόταν μία αποτελεσματική έρευνα σχετικά με το θάνατο του Kutlu Adali.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέτασε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για παραβίαση του άρθρου 2 της Σύμβασης, λόγω της εμπλοκής διοικητικών οργάνων της Τουρκίας ή κυβερνητικών πρακτόρων της στη δολοφονία του συζύγου της και έκρινε ότι κάτι τέτοιο δεν στοιχειοθετείτο από την ενώπιόν του προσαχθείσα μαρτυρία.

Το Δικαστήριο όμως διαπίστωσε, όσον αφορούσε το καθήκον των τουρκικών αρχών να διεξάγουν μία αποτελεσματική έρευνα, ότι στη διεξαχθείσα έρευνα υπήρχαν σοβαρά σφάλματα και παραλείψεις, όπως π.χ. η παράλειψη λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων από τη σκηνή του εγκλήματος, η ανεπάρκεια του βαλλιστικού ελέγχου και η παράλειψη λήψης κατάθεσης από μάρτυρες κλειδιά για την υπόθεση. Επιπλέον, το Δικαστήριο επεσήμανε το ότι δεν έτυχε επαρκούς διερεύνησης, το ενδεχόμενο να υπήρχαν πολιτικά κίνητρα πίσω από τη δολοφονία του Adali, τα οποία να σχετιζόταν με την ιδιότητά του ως δημοσιογράφος. Το Δικαστήριο επίσης επεσήμανε ότι δε δόθηκε η αναγκαία πληροφόρηση σχετικά με τις έρευνες και τα όποια αποτελέσματά τους στην οικογένεια του θύματος.

Όλα τα πιο πάνω οδήγησαν το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δε διεξήχθη μία επαρκής και αποτελεσματική έρευνα σχετικά με τις συνθήκες που περιέβαλλαν το θάνατο του Adali, κάτι που θεμελίωνε παραβίαση του άρθρου 2 της Σύμβασης από το καθ’ου ή αίτηση κράτος. Σε σχέση με αυτή την παράλειψη των κατοχικών αρχών, το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης και παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης, λόγω μη αποτελεσματικής θεραπείας σε σχέση με το θάνατο του συζύγου της Αιτήτριας και συνεπώς πρόσβασης σε οποιεσδήποτε θεραπείες που θα μπορούσαν να βρίσκονται στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένης και απαίτησης για αποζημιώσεις.

Όσον αφορούσε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για παραβίαση των άρθρων 3,8 και 14 της Σύμβασης, σε σχέση με το πρόσωπό της λόγω παρενόχλησης από τις κατοχικές αρχές, το Δικαστήριο συμπέρανε ότι αυτό δε στοιχειοθετείτο από τη μαρτυρία.

Επίσης, το Δικαστήριο για τους ίδιους περίπου λόγους που επικαλέστηκε στην υπόθεση του Djavit An – που αναφέρθηκε πιο πάνω- , διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος του αρ. 11 της Σύμβασης. Υπέρ της Αιτήτριας επιδικάστηκε το ποσό των 20,000 ευρώ ως γενικές αποζημιώσεις και το ποσό των 75,000 ως δικηγορικά και άλλα έξοδα.

Συμπεράσματα

Όπως φάνηκε με τη μέχρι σήμερα διαμορφωθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η έννομη προστασία που λαμβάνουν οι Τουρκοκύπριοι των κατεχομένων περιοχών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι κατ’ αρχήν όμοια με αυτή που λαμβάνουν όλοι οι άλλοι πολίτες των κρατών που δέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

Εκείνο όμως το οποίο θα πρέπει να τύχει κριτικής είναι η υπερβολικά διευρυμένη ερμηνεία που το Δικαστήριο έδωσε στην υπόθεση Ναμίμπια, σε σημείο που να φθάνει στην αναγνώριση εγχώριων θεραπειών ως έγκυρων για σκοπούς της Σύμβασης, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο ή όχι. Επιπλέον, η απόφαση στην υπόθεση Ναμίμπια είχε σκοπό την κατοχύρωση δικαιωμάτων των μελών ενός πληθυσμού που διαβιεί κάτω από ένα μη αναγνωρισμένο καθεστώς και την παροχή σχετικών οφελών προς αυτά και όχι τη δημιουργία διαδικαστικών εμποδίων όσον αφορά τη δυνατότητά τους να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη στο ευαίσθητο θέμα της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Δικαστήριο του Στρασβούργου. Δυστυχώς, αν και αυτή μπορεί να μην ήταν η πρόθεση του Δικαστηρίου, οι σχετικές κρίσεις στο θέμα των θεραπειών, δημιουργούν ένα (σοβαρό) διαδικαστικό εμπόδιο στον τουρκοκυπριακό πληθυσμό στο να προσφύγει στο Δικαστήριο. Όπως πολύ εύστοχα τέθηκε από μία ευρέως μειοψηφούσα απόψη στην υπόθεση Κύπρος εναντίον Τουρκίας

« Το να απαιτείται από αυτούς που υπόκεινται στις κακουχίες μίας κατοχικής αρχής να καταφεύγουν στα δικαστήρια (της) ως προϋπόθεση για να εξετάζονται από αυτό το Δικαστήριο παράπονά τους για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι σίγουρα μία μη ρεαλιστική εισήγηση, δεδομένης της προφανούς και αιτιολογημένης έλλειψης εμπιστοσύνης σε ένα τέτοιο σύστημα απονομής δικαιοσύνης.» 18

Οπότε, λόγω της ιδιαιτερότητας των συνθηκών τους, η ομοιόμορφη αντιμετώπισή των Τ/Κ με τους άλλους Ευρωπαίους του Συμβουλίου της Ευρώπης, καταλήγει σε ανισότητα και αυτοί καταλήγουν να βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση από τους υπόλοιπους.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η εξέταση και διαπίστωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παραβιάσεων δικαιωμάτων Τουρκοκυπρίων από την Τουρκία, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί είναι μία περίπτωση πληθυσμού, ο οποίος διαβιώνει σε μία κατεχόμενη περιοχή ενός κράτους και ευθύνη για παραβιάσεις των συμβατικών του δικαιωμάτων δε φέρει το κράτος, στο οποίο υπάγεται γεωγραφικά αυτή η περιοχή, αλλά το κατέχων κράτος. Το Δικαστήριο – πολύ ορθά- διαπίστωσε ότι η ευθύνη ενός κράτους μπορεί να εκτείνεται και πέραν των συνόρων του. Εάν δεν το έπραττε, θα δημιουργείτο ένα νομικό κενό για ένα πληθυσμό που ζει σε μία περιοχή ενός κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης, (δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας), η οποία υπάγεται στο γεωγραφικό χώρο που καλύπτεται από τη Σύμβαση και θα επέτρεπε σε μία κατοχική δύναμη να αποποιείται των ευθυνών και υποχρεώσεων προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει ως ελέγχουσα μία κατεχόμενη περιοχή, απέναντι στον πληθυσμό της περιοχής αυτής.